Εργατικά θέματα


ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Μόνη η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών εκ μέρους του εργοδότη δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός εάν αυτό συμβαίνει με το σκοπό εξαναγκασμού του εργαζόμενου σε αποχώρηση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656  και 349, 351 του ΑΚ, του Άρθρου 7 του Νομου 2112/1920 και του άρθρου 5 παρ. 3 του Νόμου 3198/1955, προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, το τόπο, το χρόνο και τις λοιπές συνθήκες απασχόλησης, για την αρτιότερη και αποτελεσματικότερη οργάνωση της επιχείρησης. Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του Διευθυντικού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στον εργαζόμενο, κατά παράβαση των διατάξεων νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, κατ’ Άρθρον 281 ΑΚ, ήτοι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Στη περίπτωση αυτή ο μισθωτός έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της σύμβασης ως άτακτη καταγγελία και να απαιτήσει την αναλογούσα αποζημίωση είτε εμμένοντας στη σύμβαση να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται τη προσφερόμενη από αυτόν εργασία υπό τους όρους της σύμβασης, καθιστώντας τον διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή.  

Αν η βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως υπό τις περιστάσεις τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς τη καλή πίστη και ενέχρι καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματοςε, με αποτέλεσμα τη παράνομη προσβολή της προσωπικότητα του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλαβη, που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση.

Μόνη η καθυστέρηση της καταβοής των αποδοχών του μισθωτού δε συνιστά αδικοπραξία, καθώς ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές του και επομένως δεν υπάρχει  ζημιά που να έχει αιτία την, σε σχέση με το Ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη.   

Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολή των αποδοχών του ο εργαζόμενος έχει τις εξής δυνατότητες:

Α) Να προσφύγει στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ), το οποίο θα αποστείλει στον εργαδότη πρόσκληση προκειμένου να δόσει τις δέουσες εξηγήσεις  σε σχέση με τη καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών. Η διαδικασία έχει περισσότερο συμφιλιωτικό χαρακτήρα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ο Επιθεωρητής Εργασίας να υποχρεώσει τον εργοδότη σε εξόφληση των αποδοχών του εργαζομένου. Συντάσσει όμως ένα πρακτικό, το οποίον χρησιμεύει σε τυχόν Δικαστήριο διεκδίκησης των αποδοχών.

Β) Να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας κατ’ Άρθρον 325 ΑΚ, όπερ σημαίνει να κάνει δήλωση ότι σταματά τη παροχή της εργασίας του, μέχρις ότου του εξοφληθούν οι αποδοχές, οι οποίες του οφείλονται. Αποτέλεσμα της νομότηπης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, είναι  ο εργοδότης να καθίσταται υπερήμερος και για όσο δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, να οφείλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές σαν να εργαζόταν κανονικά.

Γ) Άσκηση Αγωγής – Ασφαλιστικά Μέτρα.

Για τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών του ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία θα εκδικαστεί με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Ο χρόνος παραγραφής των δεδουλευμένων αποδοχών είναι κατ’ Άρθρο 250 ΑΚ, πέντε (5) ετών.

Υπάρχει η δυνατότητα επίσης υποβολής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία διατάσσονται από το Δικαστήριο, εάν πιθανολογηθεί, είτε λόγω άμεσης ανάγκης του εργαζομένου, εξαιρετικώς επείγουσα περίπτωση, είτε λόγω του φόβου αποξένωσης του εργοδότη από τα περιουσιακά του στοιχεία, με συνέπεια την απώλεια της δυνατότητας μελλοντικής ικανοποίησης του εργαζόμενου.