Τροχαία ατυχήματα


ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. ΓπΝ/1911, η αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που προκλήθηκε σε τρίτο από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, παραγράφεται σε δύο έτη. 

Στην περίπτωση κατά την οποίαν η συμπεριφορά του υπαιτίου του ατυχήματος έχει τα χαρακτηριστικά της αδικοπραξίας ο χρόνος της παραγραφής είναι η πενταετία του άρθρου 937 ΑΚ  και όχι η διετία.  Έτσι η εισβολή λόγου χάρη του οδηγού στο αντίθετο ρεύμα πορείας λόγω της αυξημένης ταχύτητας του και η πρόκληση μετωπικής θανατηφόρας σύγκρουσης, ανεξάρτητα από το αν γεννά ευθύνη κατά το Ν. ΓπΝ/1911, συνιστά βεβαίως υπαίτια και παράνομη πράξη κατά το άρθρο 914 Α.Κ., οπότε οι αξιώσεις που θεμελιώνονται στη συγκεκριμένη διάταξη υπόκεινται στη 5ετή παραγραφή, η οποία βεβαίως δεν ξεκινά από την ημέρα του ατυχήματος αλλά από τη γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση.  Από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά υπάρχει πλήθος άλλων περιστατικών που κείνται εκτός του ρυθμιστικού πεδίου του άρθρου 914 Α.Κ. και είναι περιστατικά τα οποία χαρακτηρίζονται ως «τυχηρά». Εάν επομένως η είσοδος του οδηγού του αυτοκινήτου που κινείται με κανονική ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκλήθηκε διότι ο οδηγός λ.χ. δέχτηκε τσίμπημα από σφίγγα, που αιφνιδιαστικά εισέβαλε στο αυτοκίνητο, τότε το αποτέλεσμα θα γεννήσει ευθύνη για τον οδηγό όχι κατά τις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης αλλά κατά τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911, αφού η συμπεριφορά του οδηγού δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του. Έτσι ενώ κάθε άδικη και παράνομη πράξη σύμφωνα με το Άρθρο 914 ΑΚ κατά τη  οδήγηση οχήματος συνιστά παράβαση κατά τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911, ενώ δεν μπορεί να συμβαίνει πάντα και το αντίθετο.

Η διετής παραγραφή θα ισχύσει και για τον ιδιοκτήτη που δεν ήταν οδηγός. Εάν όμως η παράνομη συμπεριφορά χαρακτηριστεί αδικοπραξία και ο ιδιοκτήτης θεωρηθεί ότι παρέστησε τον οδηγό στην οδήγηση του οχήματος κατ’ ΑΚ 922 ΑΚ, τότε και οι κατά του τελευταίου αξιώσεις θα υπαχθούν στη πενταετή παραγραφή του Άρθρου 937 Α.Κ.  Το ίδιο ισχύει και για την ιδιοκτήτρια εταιρεία του ζημιώσαντος αυτοκινήτου, η οποία ως προστήσασα τον οδηγό ευθύνεται κατά τις διατάξεις περί προστήσεως και ως εκ τούτου οι έναντι αυτής αξιώσεις δεν υπόκεινται στη διετή παραγραφή αλλά στην πενταετή κατ’ άρθρο 937 Α.Κ.

Έναρξη της Παραγραφής

Η προθεσμία της παραγραφής για μεν την αδικοπραξία άρχεται από τότε που το θύμα έλαβε γνώσιν  της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση και εν πάσει περιπτώσει για την αδικοπραξία ισχύει η εικοσαετής παραγραφή. Στη περίπτωση της διετούς παραγραφής, αυτή αρχίζει από της επομένης του ατυχήματος και λήγει την αντίστοιχη ημέρα του δευτέρου έτους από αυτό. Στη περίπτωση όπου η αδικοπραξία είναι και ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως είναι η ανθρωποκτονία από αμέλεια, και εφόσον έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ισχύει η μακρότερη παραγραφή του ατυχήματος ήτοι αυτή είναι η οκταετής επί πλημμελημάτων. 

Η άσκηση της αγωγής διακόπτει τη παραγραφή. Η διεκδίκηση μέρους μόνο της αξίωσης διακόπτει τη παραγραφή μόνον όσον αφορά το μέρος αυτό.

Έναρξη νέας παραγραφής. Η πενταετής παραγραφή γεννάται για όλη τη ζημία παρούσα και μέλλουσα «εάν αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων». Εάν όμως μεταγενέστερα «γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες», γι’ αυτές αρχίζει νέα αυτοτελής παραγραφή.  

 

Η παραγραφή της αξίωσης του τρίτου – ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 489/1976 η από την ασφαλιστική σύμβαση ιδιαίτερη αξίωση του ζημιωθέντος προσώπου κατά του ασφαλιστή ή του επικουρικού κεφαλαίου, παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Αρχίζει δε από την επομένη του ατυχήματος εκτός των περιπτώσεων ζημιών των οποίων δεν ήταν δυνατή η πρόβλεψη. Στη περίπτωση που ο ζημιώσας ασφαλισμένος βαρύνεται με αδικοπρακτική ευθύνη η εκ μέρους του παθόντα άσκηση της αγωγής κατά του ασφαλιστή δημιουργεί σύμβαση σωρευτικής αναδοχής, η οποία ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε. Έτσι η ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου ζημιωθέντα, δεν είναι πλέον διετής αλλά πενταετής και εφόσον βέβαια ο ζημιώσας ασφαλισμένος βαρύνεται με αδικοπρακτική ευθύνη.


Η παραγραφή της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή.

Κατά το άρθρο 10 του Ασφ. Ν. 2496/1997 οι αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά τέσσερα έτη και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά πέντε έτη, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίον γεννήθηκαν. 


Πλαγιαστική Αγωγή.
Σε περίπτωση που έχει παρέλθει διετία από του ατυχήματος όχι όμως και πενταετία, ο ζημιωθείς τρίτος δικαιούται να ασκήσει πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή. Το δικόγραφο της πλαγιαστικής αγωγής στο οποίον συνήθως σωρεύεται και ευθεία αγωγή, επιδίδεται πρώτα στον ασφαλισμένο και στη συνέχεια στον ασφαλιστή, έτσι ώστε αφενός επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση και γεννιέται αξίωση απελευθερώσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή και αφετέρου συντρέχουν με αυτόν τον τρόπο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ., οπότε η σχετική πλαγιαστική αγωγή είναι παραδεκτή.



ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ


Πρόκληση Ηθικής Βλάβης ή Ψυχικής Οδύνης.

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επί τροχαίου ατυχήματος μπορεί να ζητηθεί στη περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, αλλά και στην περίπτωση της καταστροφής ή φθοράς του πράγματος (αυτοκίνητο και λοιπά είδη που υπέστησαν καταστροφή λόγω τροχαίου ατυχήματος).


Ικανότητα του Φυσικού Προσώπου να υποστεί Ηθική Βλάβη ή Ψυχική Οδύνη 

Βασική προϋπόθεση για τη πρόκληση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να δέχεται επιδράσεις από τον εξωτερικό κόσμο. Έτσι αν το συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας του θανατωθέντα είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση αναπτυγμένο σε τέτοιο βαθμό το συναισθηματικό του κόσμο, ώστε να συναισθάνεται ψυχική οδύνη από την απώλεια του στενού συγγενικού του προσώπου, είναι ζήτημα πραγματικό. Όπως είναι ζήτημα πραγματικό η εκτίμηση ότι ένα άτομο είναι σε θέση να αντιληφθεί τη πλήρη ή τη μερική καταστροφή ενός αυτοκινήτου, ή το βαρύ τραυματισμό του επί τροχαίου ατυχήματος.

Παλαιότερα γινόταν νομολογιακά δεκτό ότι σε πρόσωπα διανοητικώς ανάπηρα, ή πολύ μικρής ηλικίας δεν μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Όμως κατά την ορθότερη άποψη ο υπόχρεως δεν απαλλάσσεται από το συμπτωματικό γεγονός ότι ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποίησης, για κάποια αιτία πρόσκαιρη ή διαρκή δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία της αδικοπραξίας.

Πάντως στη νομολογία παρατηρείται τάση να ελαχιστοποιείται το κατώτατο όριο ηλικίας από την οποία το πρόσωπο δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση, αφού έχει κριθεί ότι δικαιούται τέτοιας τέκνο 14 μηνών, δύο ετών κλπ.

Αντίθετα τέκνα που γεννήθηκαν μετά τη θανάτωση γονέα, κατά τη μάλλον κρατούσα γνώμη στη νομολογία, δεν έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Υπάρχει όμως και η τάση να αντιμετωπίζεται το θέμα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης σε τέτοια πρόσωπα υπό το πρίσμα της αποκατάστασης της μέλλουσας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, περίπτωση κατά την οποίαν θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένο σύμφωνα με αυτή την άποψη, να επιδικάζεται από τώρα χρηματική ικανοποίηση και σε βρέφος ακόμα, για τη ψυχική οδύνη που θα υποστεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όταν φθάσει σε ηλικία να αισθάνεται ψυχικό πόνο από την έλλειψη του γονέα του, που θανατώθηκε από ατύχημα. 

Πάντως και όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, είναι δύσκολο να γίνει δεκτό τέτοιο αίτημα (περί χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη), σε περίπτωση προκλήσεως υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο εταιρείας, που είναι ιδιοκτήτρια του βλαβέντος αυτοκινήτου. Τέτοιο αίτημα  συνήθως απορρίπτεται.

Ειδικά και όσον αφορά την περίπτωση δικαιούχου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' Άρθρον 932 ΑΚ, δικαιούχος είναι η οικογένεια του θύματος.

Επειδή όμως ο νόμος δεν εξειδικεύει ποιοί συγγενείς υπάγονται στην έννοια της οικογένειας, η νομολογία αρκείται στη κατά περίπτωση κρίση, ήτοι εάν ένα πρόσωπο ανήκει στην έννοια της οικογένειας κατά τη κρίση του Δικαστηρίου.

Έτσι κρίθηκε ότι στην έννοια της οικογένειας κατ’ Άρθρον 932 ΑΚ, ανήκουν τα πρόσωπα που ήταν στενά συνδεδεμένα με το θανατωθέντα, όπως είναι η σύνοικος σύζυγος, τα τέκνα και τα αδέλφια, τα οποία μπορεί να διέμεναν χωριστά αλλά με τα οποία ο θανατωθείς είχε ισχυρό δεσμό.

Όπως επίσης ο παππούς και η γιαγιά του θανατωθέντα αλλά και ετεροθαλείς αδελφοί. Όσον αφορά τους εξ αγχιστείας συγγενείς, έχει γίνει δεκτό ότι δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης οι εξ αγχιστείας α΄βαθμού δηλαδή πεθερός, πεθερά, γαμβρός, νύφη.

Αντίθετα έχει κριθεί ότι, ενώ δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ο αδελφός του θύματος, δεν δικαιούται η νύφη του.

Το τελευταίο καιρό επικρατεί μία τάση διεύρυνσης της έννοιας «οικογένεια», ώστε να εμπίπτουν σε αυτήν όλα τα πρόσωπα που συνδέονταν προς τον θανατωθέντα με δεσμούς στενής συγγένειας και αγάπης, ενώ η ύπαρξη των δεσμών αυτών, ως πραγματικό ζήτημα, απόκειται στη κρίση του Δικαστηρίου.

Έτσι είναι δυνατόν να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση στο μνηστό, το εξώγαμο τέκνο και σ’ αυτόν που συζεί σε ελεύθερη ένωση, εφόσον βέβαια κριθεί ότι τα πρόσωπα αυτά υπέστησαν πράγματι ψυχική οδύνη από την απώλεια του προσφιλούς τους προσώπου. 

Αντίθετα έχει κριθεί ότι δεν εμπίπτει στην έννοια της οικογένειας, η μητρυιά του θύματος.

Στην περίπτωση κατά την οποίαν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι, κάθε μέλος της οικογένειας έχει δική του αυτοτελή απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι επιδικάστηκε τέτοια ικανοποίηση σε άλλα μέλη της οικογένειας.