
Ανθρωποκτονία από πρόθεση - Άρθρο 299 Π.Κ.
Διακρίνεται σε δύο βασικές μορφές ανάλογα με τις συνθήκες τέλεσης.
Βασική Μορφή (Εκ προθέσεως ή με δόλο): Όποιος με πρόθεση αφαιρεί τη ζωή άλλου τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη.
Προνομιούχος Μορφή (Εν βρασμώ ψυχικής ορμής): Εάν το έγκλημα αποφασίστηκε και εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια μιας στιγμής αιφνίδιας και έντονης συναισθηματικής φόρτισης, επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη (έως 20 έτη). Η νομική αντιμετώπιση του εγκλήματος εξαρτάται άμεσα από την ύπαρξη δόλου ή άλλων επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων. Η καταστροφή της ανθρώπινης ζωής πρέπει να είναι άδικη δηλαδή να μη συντρέχει λόγος αίρων τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, π.χ. άμυνα ή κατάσταση ανάγκης. Προμελετημένος δόλος υφίσταται όταν ο υπαίτιος τελεί τη πράξη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε καθ’ όν χρόνον αποφάσισε τη τέλεση αυτής είτε κατά το χρόνο τελέσεως της. Οι λόγοι μειώσεως της ποινής κατ’ Άρθρον 36 παρ. 1 του Π.Κ., δεν είναι ασυμβίβαστοι με το στοιχείο της προμελέτης. Τόσον Ο δόλος όσο και η κατάσταση, ήρεμη ή εν βρασμώ ψυχικής ορμής, αποτελούν πραγματικά γεγονότα ανέλεγκτα υπό του Αρείου Πάγου. Ο δόλος υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Το ελαφρυντικό της ψυχικής ορμής μπορεί κάλλιστα να αναγνωριστεί και στον ηθικό αυτουργό, εφ’ όσον προκύψει, ή μόνον στον φυσικό αυτουργό. Εάν ο μεν αυτουργός δρα εκ προμελέτης, ο δε ηθικός αυτουργός εν βρασμώ ψυχικής ορμής, τότε ο τελευταίος θα κριθεί βάσει της διάταξης της παρ. 2 του Άρθρου 299 Π.Κ. και ο αυτουργός βάσει της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου ή και αντιστρόφως.
Βρασμός ψυχικής ορμής: Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε ξαφνικά, υπό καθεστώς έντονης συναισθηματικής φόρτισης, η ποινή είναι κάθειρξη (από 5 έως 20 έτη).
Ήρεμη ψυχική κατάσταση (έγκλημα εκ προμελέτης): Η προβλεπόμενη ποινή είναι ισόβια κάθειρξη. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι δεν είχε σκοπό να κάνει κακό στο θύμα δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός ούτε αποτελεί αίτηση αλλά τείνει μόνο εις την άρνηση του εγκλήματος και δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογηθεί ειδικώς.
Η ποινή μειώνεται κατά το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 Π.Κ. και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.
Στις περιπτώσεις αυτές, αντί για ισόβια κάθειρξη: Επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη. Αντί για κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών: Επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών ή κάθειρξη έως 8 έτη. Αντί για απλή κάθειρξη: Επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή κάθειρξη έως 8 έτη.
ΛΟΓΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΕΣ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ
Ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως αίρεται εφόσον ο επιτιθέμενος βρίσκεται σε κατάσταση άμυνας κατ’ Άρθρο 22 του Ποινικού Κώδικα.
1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας.
2. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους.
3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις.
Η άμυνα αποτελεί δικαίωμα του ατόμου και δη ίδιο και αυτοτελές και σε σχέση με άλλα δικαιώματα υφιστάμενο. Η διαφύλαξη του επικρατέστερου εννόμου αγαθού, είναι η δικαιολογητική βάση του αποκλεισμού του αδίκου επί άμυνας.
Η άμυνα επιτρέπεται μόνο για τη προστασία του εννόμου αγαθού του ατόμου και όχι ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου ή της πολιτείας, διότι ούτως θα δινόταν η δυνατότητα σε καθένα έκαστον να αναλάβει οιονεί αστυνομικά καθήκοντα για τη προστασία των αγαθών της πολιτείας ή του κοινωνικού συνόλου, πράγμα το οποίον εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική λειτουργία της δημόσιας ζωής. Έννομα αγαθά τα οποία τίθενται σε κίνδυνο με την επίθεση, είναι το σώμα, η τιμή, η υγεία, η ελευθερία, αγνεία,, κυριότητα, νομή, κατοχή ακινήτου κλπ.
Η επίθεση δύναται να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια, είναι δε άδικη ακόμη και αν δεν είναι αξιόποινη. Επίθεση αποτελεί όχι μόνον η αρξάμενη να πραγματοποιείται βλάβη αλλά και η απειλή βλάβης όταν είναι τέτοια ώστε, να πείθει ότι θα επέλθει ευθύς αμέσως. Παρούσα είναι η επίθεση η οποία έχει αρχίσει ήδη ή δεν άρχισε μεν ακόμη αλλά επίκειται άμεσα. Επομένως άμυνα υπάρχει όχι μόνον επί επίθεσης που έχει ήδη αρχίσει αλλά και επί επίθεσης αμέσως επικείμενης. Επί διαρκών εγκλημάτων η επίθεση είναι παρούσα εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η παράνομη κατάσταση.
Επιτρέπεται η διά της άμυνας προσβολή οιουδήποτε εννόμου αγαθού του επιτιθέμενου ακόμη και η αφαίρεση της ζωής του εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Ποινικού Κώδικα. Αμυντική πράξη συνίσταται στη προσβολή εννόμων αγαθών του επιτιθέμενου ή τρίτου μεν αλλά μόνον εφόσον πρόκειται περί οργάνων της επιθέσεως δηλαδή οργάνων τα οποία χρησιμοποιεί ο επιτιθέμενος ως μέσων της επιθετικής του ενέργειας, ή περί πραγμάτων τα οποία φέρει μαζί του ως αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την επίθεση. Ούτως επιτρέπεται άμυνα και κατά του συναυτουργού ή του αναγκαίου συνεργού όχι όμως και του ηθικού αυτουργού. Εφόσον ο τρίτος δεν συνδέεται με την επίθεση, τότε αντί της άμυνας, έχομε κατάσταση ανάγκης (Άρθρο 25 Π.Κ.)
Η διά της άμυνας προσβολή των εννόμων αγαθών δέον να είναι η αναγκαία για την απόκρουση της επίθεσης. Ήτοι. Εφόσον είναι δυνατή η διά παθητικής άμυνας απόκρουση της επίθεσης, αυτή είναι υποχρεωτική.
Ο άδικος χαρακτήρας της επίθεσης κρίνεται αντικειμενικώς ήτοι ανεξαρτήτως εάν ο δράστης της επίθεσης είναι ικανός προς καταλογισμό ή όχι ή ενήργησεν υπαιτίως ή όχι.
Τέλος η επίθεση δε θεωρείται παρούσα, οσάκις εξέλιπεν ολοσχερώς ο απειλήσας το έννομον αγαθόν κίνδυνος, είτε διότι σταμάτησε κάθε ενέργεια είτε διότι έχει αποκρουστεί ο επιτιθέμενος παρά τρίτου τινός.
Μ. ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ

